~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.............................Σελίδες -για τη ζωή, το έργο, του στοχαστή, οραματιστή και συγγραφέα Χρόνη Μίσσιου- του περιοδικού "Ύφος"......
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Χρόνης Μίσσιος, «Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
................"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν'ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.............................

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Χρόνης Μίσσιος: “Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.”

Το νόημα της ελευθερίας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα τουΆμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.
Και η ευτυχία του ανθρώπου δε μπορεί να νοηθεί διαφορετικά, παρά μονάχα μες από την ελευθερία του σώματός του, μες από την ελευθερία της συμπεριφοράς του.
Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.
Οι άνθρωποι δε θα δουλεύουν από ανάγκη για να ζήσουν, αλλά από την ανάγκη της χαράς, της δημιουργίας. Ο καθένας στο παιχνίδι του, στο άθλημά του.

Το νόημα του συστήματος

Είναι πάρα πολύ εύκολο να φτιάξεις μια ιδεολογία ή μια θεωρία για την κοινωνία και να καλέσεις τους ανθρώπους να την εφαρμόσουν. Είναι όμως τρομερά δύσκολο, ως ανυπέρβλητο, να ξεπεράσεις το εμπόδιο του εαυτού σου και της κουλτούρας που σου πότισαν από τα γεννοφάσκια σου και τα δεσμά που έχει δέσει γύρω σου το σύστημα.
Δεν υπάρχει παιδεία, σήμερα. Μη γελιόμαστε. Υπάρχει εκπαίδευση. Άλλο πράγμα η παιδεία κι άλλο πράγμα η εκπαίδευση. Σήμερα, λοιπόν, τα παιδιά εκπαιδεύονται. Γιατί; Για να βρούνε τη μηχανή του κέρδους! Να εξασφαλίσουν κάποια θέση σε κάποιο επάγγελμα.
Τη μηχανή του κέρδους! Αυτό είναι το πρόβλημα. Όσο στην κοινωνία μας η κυρίαρχη αξία του συστήματος είναι το κέρδος, από κει και πέρα μην ψάχνεις να βρεις… αυτό διαποτίζει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και διαποτίζει όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες όπως είναι η παιδεία και όλα τα πράγματα.
Τώρα, αν σκεφτεί κάποιος, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος και μάλιστα ιδιοφυής, ένα εξαιρετικό μυαλό, που μετέχει της παιδείας του εικοστού πρώτου αιώνα, αφού αποφοιτήσει να πάει σε μια πολυεθνική και να κάνει έρευνα για μικροβιολογικούς, χημικούς ή άλλους πολέμους; Αυτό είναι ακατανόητο!
Χρειάζεται κανένα άλλο επιχείρημα για να αποδείξει ότι αυτό που συντελείται σήμερα, στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία; Διότι αν αυτός ο ιδιοφυής άνθρωπος είχε αποκτήσει πραγματικά κάποια παιδεία, δεν θα πήγαινε να διαθέσει τις γνώσεις του για να κάνει έρευνες για χημικούς πολέμους ή για το πώς η εξουσία θα υποδουλώσει π.χ. στην Αφρική για μια ακόμη φορά αυτούς τους λαούς, μέσα από τους οποίους πέρασε η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και τους κατάπνιξε!

Η “κωλοεφεύρεση” που τη λένε ρολόι

Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτή την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξανα-υπάρξουμε ποτέ. Και μείς τι την κάνουμε ρε, αντί να τη ζήσουμε; Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την.
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα.
Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.
Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ… Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και εμείς οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Η κορυφαία πολιτική μάχη

Όταν συνειδητοποίησα ότι δε μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.
Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε “άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα”. Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

“Τολμάτε ρε!”

Τολμάτε ρε, τολμάτε! Γράψτε αυτό που θέλετε, αυτό που σκέφτεστε. Απορρίψτε τις σκοπιμότητες.
Εγώ έγραφα, κι έγραφα με την ψυχή, κι όταν με είπαν συγγραφέα πρώτη φορά τα ‘χασα! Μα, σοβαρά μιλάτε ρε παιδιά, συγγραφέας; Δεν είχα καμία τέτοια πρόθεση απλά στις παρέες, στον κήπο, τους έλεγα ιστορίες και μου έλεγαν, ρε Χρόνη γιατί δεν τα γράφεις αυτά τα πράγματα; Κι έτσι βγήκε.
Γιατί τα βιώματα ήταν ουσιαστικά. Κατάλαβες; Ζούσαμε. Είχε συνέχεια η ζωή μας, δεν ήταν αυτή η γκρίζα καθημερινότητα, αλλά ήταν μεγάλο κατόρθωμα να παραμείνεις άνθρωπος.
Ήταν πολύ σημαντικό να μπορείς να κοιτάξεις τη μάπα σου το πρωί στον καθρέφτη και να πεις, “είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε”.

Ο μόνος δρόμος

Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.
Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο…  Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη.
Πηγές: doctvtvxs

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΧΡΟΝΗ ΜΙΣΣΙΟΥ

«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»


«Η ζωή είναι ένα δώρο που μάς δίνεται άπαξ. Εχει ημερομηνία λήξεως. Και έχουμε το δικαίωμα να τη χαρούμε, να την μοιραστούμε, να δημιουργήσουμε», λέει ο Χρόνης Μίσσιος στο Car & Driver, σε μία συνέντευξη την οποία ασμένως αναδημοσιεύουμε...
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»

Ήταν μια ζεστή μέρα του Ιουλίου με τα τζιτζίκια να έχουν ήδη αρχίσει τo τραγούδι τους, όταν πριν τις 11, χτυπούσα το κουδούνι στην αγροικία του Χρόνη και της Ρηνιώς. Ζούν εκεί, λίγο έξω από το Μικροχώρι Καπανδριτίου, κάτι παραπάνω από ένα τέταρτο του αιώνα.  Πίσω από ένα παλιό βυσσινί Niva ξεπρόβαλε ο Χρόνης με βήματα αργά, συνοδευόμενος από επιβλητικό, λευκό, φουντωτά τριχωτό σκύλο. Αργότερα έμαθα ότι ήταν γένους θηλυκού, ονόματι Stormy. Καταιγίδα. Σε αντίθεση με το όνομα της δεν παρατηρούσες κάποια καταιγιστική συμπεριφορά.  Στην ίδια περίπου ρότα κινήθηκε και ο βιός του Χρόνη. Μετά από μια τόσο καταιγιστική, πλήρη, ζωή έχεις απέναντι σου έναν άνθρωπο βαθιά ήρεμο, με σπάνιες εμπειρίες, γοητευτικά γερασμένο.
Καλωσόρισε, χαιρέτησα και σε λίγα λεπτά συζητούσαμε στη γωνιά του. Ανάμεσα μας το μικρό του γραφείο. Αριστερά του, ένα ανοικτό παράθυρο που ξεχείλιζε από τους κόκκινους ιβίσκους του Ελληνικού καλοκαιριού. Οι ερωτήσεις μου δεν έχουν τόση  σημασία. Στο κείμενο που ακολουθεί, παραθέτονται  μοναχά ο δικός του λόγος. Μεστός, καινοτόμος, ενδιαφέρων, ανθρώπινος, αγωνιστικός,  ρομαντικός, σπαραξικάρδιος, οπωσδήποτε καταιγιστικός αλλά και αισιόδοξος, παρά το κλίμα της εποχής.
«..Πιστεύαμε, κάποιοι ρομαντικοί, τότε ότι μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο, κάτι ιδιαίτερο, αλλά όπως έχει πει ο Δαντών: «τα βήματα της ανθρωπότητας είναι οι ταφόπλακες των ρομαντικών». Ήμαστε, θαρρώ, η τελευταία γενιά των Μοϊκανών, των ρομαντικών. Είχαμε έναν μύθο, πιστεύαμε μια ιδεολογία, για αυτή θυσιάζαμε και τη ζωή μας ακόμα. Για μια καλύτερη ανθρωπότητα, για μια ομορφότερη κοινωνία, όλα τα γνωστά. Ε! αποδείχτηκε ότι το όραμα της ιδανικής κοινωνίας που παλεύαμε δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, διότι η συνείδηση των ανθρώπων, κι όταν λέω συνείδηση εννοώ παιδεία, βαθιά παιδεία, δεν ήταν στο επίπεδο του πολιτισμού που έπρεπε να δημιουργήσει. Έτσι ξανακαβάλησε η εξουσία και με όλα τα προσχήματα, νόμιμα,  ή παράνομα εγκαθίδρυσε ένα καινούργιο καθεστώς, χειρότερο από εκείνο που προϋπήρχε. Αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την Οκτωβριανή επανάσταση, το Βιετναμ, την Κούβα, παντού…»
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»
«…Οι μόνοι από τους επαναστάτες οραματιστές που διέσωσαν την αθωότητα τους είναι εκείνοι που σκοτώθηκαν νωρίς. Από τον Χριστό, τον Γκεβάρα, τον Βελουχιώτη, τον Μπελογιάννη, και τόσους άλλους...»
«..Δεν χάθηκε, δεν υπήρξε ευκαιρία, το ‘44. Εδώ πάνω έχει ένα ταβερνάκι. Το είχε ένας γέροντας, ο μακαρίτης πια ο Μπάρμπα – Βασίλης. Καθόμαστε μια μέρα και κουβεντιάζαμε. Εγώ αντάρτης, εκείνος στον εθνικό στρατό. Ήταν πολυβολητής. Εκεί που τα πίναμε και τα λέγαμε, αναρωτιόταν τι παραλογισμό ζήσαμε. Γυρνάω και του λέω: «Βασίλη καλά που κράταγες το πολυβόλο σου γερά, γιατί αν είχαμε κερδίσει εμείς θα καταστρέφαμε την Ελλάδα». Έτσι είναι τα πράγματα. Το επίπεδο της καθοδήγησης και του λαού ήταν τέτοιο, που δεν μπορούσε να στηρίξει ένα καινούργιο πολιτισμό, πέρα από το γεγονός ότι οι συνθήκες ήταν τέτοιες, που τι θα γινόμαστε; Μια Βουλγαρία, μια Αλβανία, κάτι τέτοιο…»
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»
«…Μετά τον εμφύλιο η δεξιά κράτησε όλους τους νόμους. Τον 509, το τρίτο ψήφισμα και πίεζε έως εξοντώσεως την αριστερά. Ανεξάρτητη δικαιοσύνη και κολοκύθια στο πάτερο. Άσε τις καταδίκες μου στα στρατοδικεία. Στις  εξορίες όμως, μας στέλνανε αφού περνούσαμε -υποτίθεται, διότι δεν μας πήγαιναν ποτέ- από επιτροπές εφετών. Εκεί λοιπόν έγραφαν: «επί εν εισέτι έτος διότι κρίνεται επικίνδυνος δια την δημοσίαν τάξιν». Οι επιτροπές αυτές αποτελούνταν από δικαστές, όχι από στρατοδίκες. Πως στέλνεις ρε μαλάκα έναν άνθρωπο στην εξορία που ούτε καν τον γνωρίζεις; Κάθε χρόνο; Επί δέκα συνεχή χρόνια; Χωρίς να τον έχεις συναντήσει, να τον έχεις συζητήσει  ούτε μια φορά;…»
«…Όταν επέστρεψα από ένα ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, το ’64, αφού είχα πάρει με χίλια ζόρια διαβατήριο, με ρώτησε η Ρηνιώ, πως είναι τα πράγματα. Ήμουν απογοητευμένος με αυτά που είχα αντικρίσει και της είπα. «Άσε, αλλά εμείς που ήμαστε Μεσογειακός λαός, θα σενιάρουμε έναν κομουνισμό, άλλο πράγμα.» Δεν τα πίστευα, αλλά τι να κάνω, τι να πω; Που να πάω; Το κόμμα και η πάλη μου για τον κομμουνισμό ήταν η ζωή μου η ίδια. Είναι εύκολο να αρνηθείς τη ζωή σου; Σήμερα ας πούμε, μια χαρά παλιοί σύντροφοι, είναι ακόμα στο κόμμα. Πώς να αρνηθούν τη ζωή τους;…»
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»
«…Όταν μετά την δικτατορία αποφυλακίστηκα, δούλευα σε μια επιχείρηση. Κάποιος με ζητούσε επίμονα. Τον κοιτώ, με κοιτά ήταν ένας από τους βασανιστές μου στην ασφάλεια «Τι συμβαίνει; Πως από εδώ.» ρωτώ. «Ρε συ Χρόνη να, ..ντρέπομαι κιόλας, αλλά έχω ένα γιο, και δεν έχει δουλειά. Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις;». Πιάσαμε την κουβέντα. Μετά πήγαμε στη «Σμαρώ», ένα ουζερί στην Καισαριανή, τα ήπιαμε και κλαίγαμε και οι δυο. Κοίτα να δεις. Όταν είσαι επαναστάτης και μάλιστα ρομαντικός, για να μπορέσεις να επιβιώσεις μέσα από αυτή τη κρεατομηχανή που σε περνά η εξουσία, πρέπει να φυλάξεις τον πολιτισμό και την αξιοπρέπειά σου σαν το ακριβότερο άρωμα. Να μην πέσεις στο επίπεδό τους. Μόνον αυτό σε σώζει σαν άνθρωπο. Αυτό είναι που σε κάνει άνθρωπο μέσα σε αυτή τη σύγκρουση. Αυτός είναι ο πολιτισμός. Αν βγαίναμε από τα πηγάδια που μας είχαν ρίξει, φορτωμένοι με χειροβομβίδες και μαχαίρια θα ήμαστε μια από τα ίδια…»
«…Στη φυλακή με τους συγκρατούμενους μου λέγαμε, σαν παιχνίδι, τι δουλειά θα κάναμε στο μέλλον. «Χρονάρα εσύ τι θα κάνεις;» ρωτούσαν. «Ενωματάρχης στην ασφάλεια», απαντούσα. Κι αυτοί νόμιζαν ότι έτσι, εγώ θα έπαιρνα την εκδίκησή μου. Αλλά δεν το έλεγα με αυτό το σκοπό. Ήθελα να παρηγορώ τις μανάδες για τα παιδιά τους, που ήταν μέσα. Φανταζόμουνα τι τράβαγε η μάνα μου, που μου έφερνε κάθε μέρα καθαρά ρούχα για να παίρνει τα ματωμένα, ώστε  να καταλαβαίνει κάθε πότε με βασανίζουν...»
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»
«…Το θέμα είναι να κερδίσεις τους ανθρώπους. Δεν μπορείς να σώσεις τους ανθρώπους αν δεν θέλουν οι ίδιοι να σωθούν. Εμείς οι κομμουνιστές το κάναμε αυτό. Ντε και καλά να τους σώσουμε. Άμα ο άλλος δεν γουστάρει, δεν νοιώθει ότι πρέπει να σωθεί, πως θα τον υποχρεώσεις…»;
«…Ο Αντρέας, ως μέγας δημαγωγός, πήρε όλη τη γκάμα των συνθημάτων της αριστεράς, τα υιοθέτησε,  τα απαξίωσε μέσα από την εξουσία του και η αριστερά έψαχνε να βρει την προίκα της. Σαν να μην έφτανε αυτό, μας κληρονόμησε και το σόι του…»
«Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη...»
«…Τότε, εμείς οι ρομαντικοί είχαμε μια ιδεολογία, ένα όραμα, ένα όνειρο, είχαμε βέβαια και έναν αντίπαλο απέναντί μας. Το σύστημα ασκούσε τη βία στο σώμα μας. Μας φυλάκιζε, μας βασάνιζε, μας τουφέκιζε. Σήμερα το σύστημα ασκεί τη βία του στον εγκέφαλο. Τους κάνει λοβοτομή. Είναι πολύ δύσκολο σήμερα να διαμορφώσει συνείδηση ο άνθρωπος. Ζει σε έναν ψεύτικο κόσμο, μια ψεύτικη ζωή. Υπάρχει καταναλωτισμός, διαφήμηση, τηλεόραση. Από τις δικές μας γενιές αφαίρεσαν την ποιότητα ζωής. Από τις σημερινές γενιές τους αφαιρούν την ίδια τη ζωή. Ο  νέος άνθρωπος τι μέλλον έχει σε αυτή τη χώρα; Ακούει καθημερινά νούμερα, μνημόνια, χρεοκοπίες και τα ρέστα. Είναι δημοκρατία να έχουν συμβεί όλα αυτά τα τραγικά μετά την μεταπολίτευση, να έχει οδηγηθεί η χώρα σε υποδούλωση, σε εθνική υποτέλεια, τόσα σκάνδαλα, μίζες και να μην έχει πάει ένας άνθρωπος φυλακή;  Ένας να μην έχει ζητήσει συγνώμη; Ένας ρε! Ποια δικαιοσύνη; Ποια δημοκρατία; Επειδή έφαγε ο Πάγκαλος ένα γιαούρτι στη μούρη θίγουμε τους θεσμούς; Αν υπήρχε μια ευνομούμενη δημοκρατία έπρεπε να παραπεμφθούν για δωσιλογισμό, όσοι άσκησαν εξουσία. Ζούμε μια τραγωδία με ηθοποιούς μαριονέτες. Όσο για το παρελθόν άστο να κοιμάται. Το σύστημα έχει τέτοια δύναμη ώστε σβήνει τα χνάρια της ιστορίας. Είναι τρομακτικό…»
«…Ενώ το πολιτικό σύστημα μας έχει φέρει σε αυτό σημείο, μόλις συμβαίνει μια παρεκτροπή, μια προπηλάκιση ενός βουλευτή, αμέσως τίθεται θέμα θεσμών της Δημοκρατίας. Προσωπικά είμαι εναντίον αυτών των μεθόδων, αλλά αν έχεις έναν ολόκληρο λαό αγανακτισμένο κάποιος είναι και παρορμητικός. Αυτό σημαίνει ότι  θίγονται οι θεσμοί; Και ποιοι είναι αυτοί; Κάθε τέσσερα χρόνια να πουλάς την ψήφο σου στον υποψήφιο ή στο κόμμα με την προσδοκία να βρεις  μια θέση στην κοινωνία, μια εργασία, εσύ ή το παιδί σου; Αυτή είναι η Δημοκρατία; Το δικαίωμα στην εργασία, σε μια αξιοπρεπή ζωή, στην ασφάλεια, στην ευτυχία, το δικαίωμα στο να εξασφαλίσεις το μέλλον των παιδιών σου δεν είναι δημοκρατικό δικαίωμα και είναι το παζάρι που γίνεται κάθε 4 χρόνια; Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται άπαξ και έχει ημερομηνία λήξεως και έχουμε το δικαίωμα να τη χαρούμε να την μοιραστούμε, να δημιουργήσουμε. Ε! το γεγονός ότι το σύστημα μας εμποδίζει τα κάνουμε όλα αυτά και μας οδηγεί στην κατάθλιψη, στην μιζέρια, στην ανεργία, στην ανασφάλεια, με συγχωρείτε αλλά αυτό δεν είναι δημοκρατία…»
«…Για αυτό θεωρώ σημαντικό γεγονός ότι οι άνθρωποι βγήκαν στις πλατείες. Να κοιταχτούν, να ψαχτούν, να συναντήσουν τα όνειρά τους, να αλλάξουν κάποιες κουβέντες, να βγουν από τις μάντρες των κομμάτων. Το αυθόρμητο είναι δημιουργία. Και βέβαια όλοι οι ηγήτορες των κομμάτων αναρωτήθηκαν, πως γίνεται αυτό χωρίς αυτούς, χωρίς καθοδήγηση;…»
«…Το σύστημα από χρόνια τώρα, κυριαρχεί τόσο πολύ, ώστε έχει υποχρεώσει τους ανθρώπους να το αναπαράγουν συνεχώς. Και το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι απλώς και μόνον η διεύρυνση των θεσμικών ορίων της ελευθερίας μέσα στην κοινωνία. Το πρόβλημα είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου. Εκεί είναι η δυσκολία διότι οι άνθρωποι έχουν μεταλλαχτεί και είναι πολύ δύσκολο να ξαναβρούν τον εαυτό τους, την οντότητά τους…»
«…Όταν ακούω για το πόσο πλούσιο κράτος ήμαστε, επειδή ανακαλύψαμε τα πετρέλαια στο Αιγαίο και στο Ιόνιο με πιάνει κατάθλιψη. Θα τα καταστρέψουμε, όλα. Θα γίνουμε μια αποικία των πολυεθνικών του πετρελαίου. Φαντάζεσαι τις πλωτές δεξαμενές άντλησης στο Αιγαίο και τα βαπόρια να πηγαινοέρχονται;…»
«…Ακόμα και οι ακτιβιστές οικολόγοι οι οποίοι αναμφισβήτητα κάνουν μια σοβαρή δουλειά για να διαμορφωθεί μια οικολογική συνείδηση, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο πλανήτης μας έχει δύο περιβάλλοντα. Το φυσικό και το κοινωνικό. Το πρόβλημα είναι ότι το κοινωνικό ασκεί τέτοια καταστροφική πίεση στο φυσικό ώστε για να το προστατεύσουμε πρέπει να κάνουμε ανατροπές στο κοινωνικό. Για αυτό η οικολογία είναι επαναστατική. Ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει, ότι το περιβάλλον είναι το σπίτι του..».
«…Η διαφήμιση έχει τρελάνει τους ανθρώπους. Συνέχεια παράγει καινούργια προϊόντα, τα οποία προσπαθεί να πλασάρει. Η διαφήμιση έχει εκπορνεύσει μέχρι και τα πιτσιρίκια. Τα βάζουν εκεί να διαφημίζουν γαριδάκια ή οτιδήποτε με κινήσεις «αρτίστας». Σκουπίδια. Καταναλώνουμε τους πόρους του πλανήτη με τέτοια ταχύτητα και ασυδοσία που δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο. Τα φυσικά αγαθά, το νερό, ο αέρας, ο ήλιος καταστρέφονται. Και τούτοι οι κερατάδες, οι πολιτικοί βγαίνουν με στην τηλεόραση και μας κουνούν και το δάκτυλο…»
«..Ζούμε μια άσχημη εποχή. Εμείς, συγκρουόμασταν, δίναμε μάχη χαρακωμάτων, παλεύαμε. Σήμερα κλέβουν τη ζωή των παιδιών, των ανθρώπων. Σήμερα με ποιόν να παλέψεις; Ούτε αφεντικό δεν έχεις. Πολυεθνική εταιρεία σου λέει. Τέτοιοι είναι οι μηχανισμοί. Ψεύτικο χρήμα, πλαστικό. Γύρω σου δεν υπάρχει μια αξία για να στηριχτείς. Τι είναι αυτό; Κοινωνία; Πολιτισμός;…»
«..Το χίπικο κίνημα ήταν η τελευταία εξέγερση του ανθρώπου. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό; Διότι είχε αντιληφθεί ότι τα πανεπιστήμια μετατρέπονταν σε στρατόπεδα τεχνοκρατικής γνώσης που θα παρήγαγαν, όπως παράγουν, ηλιθίους υψηλής τεχνολογίας. Έτσι ξεκίνησε η αμφισβήτηση όλου του συστήματος. Μαζί με τον πόλεμο του Βιετ - ναμ γεννήθηκε μια δυναμική που αμφισβητούσε πλέον τα πάντα. Για να το διαλύσουν έριξαν με τους τόνους τα χημικά ναρκωτικά. Δυστυχώς το σύστημα είναι τόσο ισχυρό που το έκανε μόδα. Εδώ έκανε μόδα και τη φιγούρα του Γκεβάρα, τον χιπισμό θα άφηνε;…»
«…Στην Καβάλα πήγα για τελευταία φορά πριν λίγα χρόνια. Με πονάει πολύ. Δεν έβρισκα το δρόμο του σπιτιού που γεννήθηκα. Την έχουν καταστρέψει. Πολυκατοικίες τέρατα…»
«…Τι να κόψω;  Το τσιγάρο; Ογδόντα ενός χρονών άνθρωπος, 68 από αυτά καπνιστής. Πάσχω και από αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αλλά αν το κόψω θα είναι σοκ για μένα …»
«…Τι να κάνουμε; Να ξαναφτιάξουμε την πατρίδα μας. Να ξαναεποικίσουμε τη γη μας. Να ξαναστήσουμε τη γεωργία μας. Έχουμε μια χώρα παράδεισο. Παράγουμε τα πάντα και τόσο εκλεκτά. Να γυρίσουμε στα χωριά μας, να ξαναδεθούμε με τη γη. Να πάνε στο διάολο και οι δανειστές και τα χρέη μας. Τι θα κάνουν; Θα μας στείλουν τους πεζοναύτες; Θα υποφέρουμε, αλλά θα υποφέρουμε για μας και ό,τι δημιουργήσουμε θα είναι δικό μας πια…»

Ζεστή μέρα του Ιουλίου με τον ήλιο, να μοιράζει αλύπητα  τις καυτές, κάθετες πια ακτίνες του και τα τζιτζίκια να «δουλεύουν» ήδη υπερωρίες όταν, μετά τις δύο το μεσημέρι, η Ρηνιώ με συνόδευε μέχρι την εξώπορτα. Ο Χρόνης, ύστερα από το μεσημεριανό «τουρλού» και το κρασί που μοιραστήκαμε, είχε πλαγιάσει και ίσως να ονειρευόταν, είτε το μαχαλά των παιδικών του χρόνων στα Ποταμούδια, είτε την ιδανική κοινωνία. Θυμάμαι μια κουβέντα του:
«Αφού η γενιά μου δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον να μην αφήσω τον κόσμο να με αλλάξει, κι αυτό είναι ύψιστη πολιτική θέση κατά την άποψή μου»
Στις μέρες που ζούμε και η επόμενη γενιά, η δική μου γενιά, οφείλει να αποδεχτεί παρόμοιες σκέψεις. Όχι μόνον ως δήλωση, ως αποδοχή της όποιας ήττας - αποτυχίας αλλά και ως σημαία, ως σύνθημα, ως σάλπισμα της τελευταίας, ίσως, μάχης. Εκείνης της προάσπισης της αξιοπρέπειάς της.
Ο Χρόνης και αρκετοί ακόμα που δεν έτυχε να γίνουν ευρύτερα γνωστοί, αξίζουν με το παραπάνω αυτή την ύψιστη τιμή. Όχι μόνον διότι άντεξαν στο άλεσμα της κρεατομηχανής, όχι μόνον διότι ενώ προδόθηκαν δεν έβγαλαν άχνα, αλλά και διότι δεν διεκδίκησαν ποτέ, στάλα εξουσίας.
Αυτό που τελικά μένει μετά από 81 χρόνια ζωής, εκ των οποίων 20 τόσα φυλακίσεων, εκτοπίσεων και ατελείωτων, βάναυσων ξυλοδαρμών είναι το απόσταγμα της πορείας, η ανιδιοτέλεια των θυσιών και η πλήρης αποδοχή όλων όσοι καταλαβαίνουν.
Αυτό το τελευταίο, είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω την επόμενη φορά που βρεθήκαμε στο ταβερνάκι του Βασίλη, κάτω από τη δροσερή μουριά. Με πόση θέρμη, με πόσο ανοιχτά χαμόγελα, τον χαιρετούσαν οι συντοπίτες του, με τι χαρά τον κερνούσαν, χωρίς να περιμένουν τίποτα για αντάλλαγμα, δίχως να υπάρχει καμιά συναλλαγή. Το εισέπραξα σαν τον θρίαμβο της ανθρωπιάς, της επικοινωνίας, της ανυστεροβουλίας, της συντροφικότητας.
Μπορεί όλα αυτά να είχαν, για τον Χρόνη ένα κόστος τεράστιο, κολοσσιαίο. Είμαι όμως βέβαιος, ότι ποτέ δεν το σκέφτηκε, ποτέ δεν το μετάνιωσε και κυρίως, ποτέ δεν το διατίμησε.


Κείμενο: Νικόλας Στ. Ζαλμάς (nikolas@pegasus.gr)


  • Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στη Καβάλα, από γονείς καπνεργάτες. Έζησε τα πρώτα του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, εργάτες και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Η οικογένεια του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Χρόνης δουλεύει σαν μικροπωλητής. Σχολείο πήγε ως τη δευτέρα δημοτικού. Στη κατοχή, ο Ερυθρός Σταυρός στέλνει αποστολές παιδιών σε αγροτικές περιοχές για να τα σώσει από τη πείνα, έτσι βρίσκεται τσοπανόπουλο στα Γιαννιτσά, απ’ όπου, με το κοπάδι του, περνάει στους αντάρτες που τον χρησιμοποιούν ως σύνδεσμο. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Οργανώνεται στο Δημοκρατικό στρατό πόλεων, και στα 17 του το 1947, συλλαμβάνεται, βασανίζεται άγρια, και καταδικάζεται σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν. Το 1953 αποφυλακίζεται, παρουσιάζεται στο στρατό και στέλνεται στο Μακρονήσι, αργότερα στον Αη-Στράτη, ώς το 1962 που διαλύθηκε το στρατόπεδο. Από τότε, δουλεύει ως στέλεχος της Ε.Δ.Α. Η δικτατορία του ’67 τον βρίσκει μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη. Περνάει στη παρανομία και μαζί με άλλα στελέχη ιδρύουν το Π.Α.Μ. Το Νοέμβριο του 1967 συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από το στρατοδικείο σε δεκαοχτώ χρόνια φυλακή. Και πάλι Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, ως την αμνηστία, τον Αύγουστο του 1973.

  • _______________

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Χρόνης Μϊσσιος: «Το αλάθητο μιας μαργαρίτας»



Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής και ίσως
 ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας.


Γράφει η Αιμιλία Πανταζή

Οι γονείς του, καπνεργάτες στην Καβάλα. Τα παιδικά του χρόνια ο Χρόνης Μϊσσιος τα έζησε στην Ποταμούδια, μια προσφυγική γειτονιά. 
Οικογενειακώς καταφεύγουν στη Θεσσαλονίκη - ήταν η περίοδος της δικτατορίας του Μεταξά.

Η ανάγκη επιβίωσης, τον αναγκάζει να σταματήσει το σχολείο στη δευτέρα δημοτικού και να γίνει ένας μικρός μικροπωλητής, περιφερόμενος στο λιμάνι με το κασελάκι του.

Στην Κατοχή,  στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό μαζί με άλλα παιδιά στα Γιαννιτσά για να μην πεθάνουν από την πείνα.

Μπαίνει στους κύκλους της Εθνικής Αντίστασης. Έρχεται η απελευθέρωση, επιστρέφει στην πόλη της Θεσσαλονίκης και εντάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. 

Τα χρόνια του ξοδεύτηκαν σε φυλακές και εξορίες ως πολιτικός κρατούμενος.

Συλλαμβάνεται το 1947. Βασανίζεται ανελέητα. Φυλακίζεται ως το 1953. Εννιά μήνες ζούσε περιμένοντας να πραγματοποιηθεί η καταδίκη του σε θάνατο. Γλίτωσε χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. 

Από το 1962 έζησε εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο "διάλειμμα" ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ.

Στις φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας.
Αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) τον Αύγουστο του 1973.

Στις φυλακές έμαθε και γράμματα.

Στα 55 του χρόνια εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο  «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…» (Γράμματα) για να βρεθεί "τόπος" να χωρέσουν τα βιώματά του. Η επίπονη πολιτική του εμπειρία μετουσιώθηκε σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας βασανιστήρια, βασανιστές, κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η γραφή του μέσα από συνειρμούς, λαϊκές εκφράσεις και μυθιστορηματική πλοκή πλησίασε καταλυτικά αναγνώστες και κριτικούς που τον καθιέρωσαν ως συγγραφέα στη συνείδησή τους.

Την ίδια επιτυχή ανταπόκριση συνάντησε και το δεύτερο βιβλίο του «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» (Γράμματα, 1988).



Κατέφθασαν κι άλλες λογοτεχνικές γέννες στην πορεία του χρόνου. «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991), «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996), «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001).
Τα έργα του διαπνέει ένα καθάριο ανθρωπιστικό μήνυμα, που παρά τη σκληρότητα της πραγματικότητας που απεικονίζει, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να τονίσει έντονα τη δύναμη της αισιοδοξίας και την πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου να ζήσει ελεύθερα και δημοκρατικά.
Η συμμετοχή του Χρόνη Μίσσιου σε διάφορες ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, όπως οι τηλεοπτικές εκπομπές που πραγματοποίησε με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας. δείχνουν πως πίστευε βαθιά όσα προασπιζόταν. Κι αυτό το υπόγραψε και με τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει και τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Σ' ένα αγροτόσπιτο στο Καπανδρίτι, με τη σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους, ο Χρόνης Μίσσιος εμπνεόταν Ζωή κοντά στη φύση που τόσο υπερασπιζόταν και θεωρούσε μοναδική λύση για τα πιο ουσιαστικά προβλήματα του ανθρώπινου γένους.




«Τα προβλήματα που δημιουργεί η ανθρώπινη δραστηριότητα στον πλανήτη δεν είναι δυνατόν να τα αντιμετωπίσουμε με την τεχνοκρατική λογική μας. Μόνο με την αυτογνωσία της ύπαρξής μας και την συμφιλίωση μας με αυτό τον υπέροχο αινιγματικό κόσμο που μας γέννησε, μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία μας. Χρειάζεται άλλη φιλοσοφία, άλλη ιεράρχηση των αξιών μας.»
Πιστεύοντας ως το τέλος στο αλάθητο μιας μαργαρίτας, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ύστερα από πολύχρονη "πάλη" με τον καρκίνο.

_____________

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Χρόνης Μίσσιος: «Το αλάθητο μιας μαργαρίτας»

POSTED BY PRESS WORKERS | ΚΥΡΙΑΚΉ, ΟΚΤΩΒΡΊΟΥ 04, 2015 | 


Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας.





Γράφει η Αιμιλία Πανταζή

Οι γονείς του, καπνεργάτες στην Καβάλα. Τα παιδικά του χρόνια ο Χρόνης Μϊσσιος τα έζησε στην Ποταμούδια, μια προσφυγική γειτονιά. 
Οικογενειακώς καταφεύγουν στη Θεσσαλονίκη - ήταν η περίοδος της δικτατορίας του Μεταξά.
Η ανάγκη επιβίωσης, τον αναγκάζει να σταματήσει το σχολείο στη δευτέρα δημοτικού και να γίνει ένας μικρός μικροπωλητής, περιφερόμενος στο λιμάνι με το κασελάκι του.
Στην Κατοχή, στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό μαζί με άλλα παιδιά στα Γιαννιτσά για να μην πεθάνουν από την πείνα.
Μπαίνει στους κύκλους της Εθνικής Αντίστασης. Έρχεται η απελευθέρωση, επιστρέφει στην πόλη της Θεσσαλονίκης και εντάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. 
Τα χρόνια του ξοδεύτηκαν σε φυλακές και εξορίες ως πολιτικός κρατούμενος.
Συλλαμβάνεται το 1947. Βασανίζεται ανελέητα. Φυλακίζεται ως το 1953. Εννιά μήνες ζούσε περιμένοντας να πραγματοποιηθεί η καταδίκη του σε θάνατο. Γλίτωσε χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός.

Από το 1962 έζησε εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Ένα μόνο "διάλειμμα" ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ.
Στις φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας.
Αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) τον Αύγουστο του 1973.
Στις φυλακές έμαθε και γράμματα.
Στα 55 του χρόνια εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…» (Γράμματα) για να βρεθεί "τόπος" να χωρέσουν τα βιώματά του. Η επίπονη πολιτική του εμπειρία μετουσιώθηκε σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας βασανιστήρια, βασανιστές, κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Η γραφή του μέσα από συνειρμούς, λαϊκές εκφράσεις και μυθιστορηματική πλοκή πλησίασε καταλυτικά αναγνώστες και κριτικούς που τον καθιέρωσαν ως συγγραφέα στη συνείδησή τους.
Την ίδια επιτυχή ανταπόκριση συνάντησε και το δεύτερο βιβλίο του «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;» (Γράμματα, 1988).


Κατέφθασαν κι άλλες λογοτεχνικές γέννες στην πορεία του χρόνου. «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991), «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996), «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001).
Τα έργα του διαπνέει ένα καθάριο ανθρωπιστικό μήνυμα, που παρά τη σκληρότητα της πραγματικότητας που απεικονίζει, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να τονίσει έντονα τη δύναμη της αισιοδοξίας και την πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου να ζήσει ελεύθερα και δημοκρατικά.
Η συμμετοχή του Χρόνη Μίσσιου σε διάφορες ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, όπως οι τηλεοπτικές εκπομπές που πραγματοποίησε με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας. δείχνουν πως πίστευε βαθιά όσα προασπιζόταν. Κι αυτό το υπόγραψε και με τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει και τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Σ' ένα αγροτόσπιτο στο Καπανδρίτι, με τη σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους, ο Χρόνης Μίσσιος εμπνεόταν Ζωή κοντά στη φύση που τόσο υπερασπιζόταν και θεωρούσε μοναδική λύση για τα πιο ουσιαστικά προβλήματα του ανθρώπινου γένους.


«Τα προβλήματα που δημιουργεί η ανθρώπινη δραστηριότητα στον πλανήτη δεν είναι δυνατόν να τα αντιμετωπίσουμε με την τεχνοκρατική λογική μας. Μόνο με την αυτογνωσία της ύπαρξής μας και την συμφιλίωση μας με αυτό τον υπέροχο αινιγματικό κόσμο που μας γέννησε, μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία μας. Χρειάζεται άλλη φιλοσοφία, άλλη ιεράρχηση των αξιών μας.»

Πιστεύοντας ως το τέλος στο αλάθητο μιας μαργαρίτας, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ύστερα από πολύχρονη "πάλη" με τον καρκίνο.

______________

Χρόνης Μίσσιος, "Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται..."

Θυμόμαστε τον Χρόνη Μίσσιο και είμαστε μαζί του "κόντρα σε αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι"
Το Περιοδικό - ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Κείμενα - 21/11/2014



Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός και αγωνιστής της Aριστεράς γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας , η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής στο λιμάνι.

Στματάει το σχολείο στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας. Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον ΔΣΕ.

Στη φυλακή θα ζήσει εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν. Γλιτώνει τελικά τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός. Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη.Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της επτάχρονης δικτατορίας. Εκεί ουσιαστικά έμαθε ανάγνωση και γραφή. Αποφυλακίζεται τον Αύγουστο του 1973 και μέχρι εκείνο το σημείο έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…” (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού.Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας, καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και την κομματική γραφειοκρατεία, τον συντηρητισμό και την αντεπαναστατικότητά της. Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα αριστερό, πολιτικό λόγο.

Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του “Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;”(Γράμματα, 1988). Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων και των ιδεών του, επιμένοντας στο μήνυμα και την ανάγκη για έναν ελεύθερο και δίκαιο κόσμο. Από το «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991), μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001). Ο Μίσσιος μέχρι τέλους δεν χάνει την αισιοδοξία και την πίστη του στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, στη δυνατότητά του να ζήσει συλλογικά, δημοκρατικά και ελεύθερα.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο. Άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας, στις 20 Νοεμβρίου 2012, ενώ «πάλεψε» με τον καρκίνο αρκετά χρόνια.

*Το Περιοδικό για τη Διατάραξη της Κοινής Ησυχίας αναδημοσιεύει ένα από τα ωραιότεα αποσπάσματα του έργου του:






Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται

Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη,σημαίνει γέννα συναισθήματος.

Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;

Έτσι, μ” αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος. Γιατί δε ζούμε… κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείοδολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.

Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικάπράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ” αφήσαμε, γι” αυτό το αύριο,που δεν θα “ρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:

Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως, τ” αφήσαμε για αύριο.

Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.

Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ” τη ζωή μας, χαιρόμαστε!

Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιάελπίδα ανάστασης- θάνατο!

Διότι, αυτός είναι θάνατος!

Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.

Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες,αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει…

Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το «όχι», με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.

Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;

«Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει»…

Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.

Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια… -

* * * *




Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται Χρόνης Μίσσιος

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ: Έχει λιομάζωμα, και θέλει χέρια!




03/12/2012

Λίγες ώρες μετά τον θάνατο του Χρόνη Μίσσιου, ο Γιάννης Παπανικολάου μάζεψε από το διαδίκτυο μηνύματα που απευθύνονταν στον συγγραφέα. Σε μεγάλο μέρος τους πρόκειται για επιλεγμένα από τους αναγνώστες του κείμενα και σχόλια πάνω σε αυτά. Όπως σημειώνει ο Γιάννης, κάποια από αυτά τα είχε δει φέτος το Πάσχα, χαμογελούσε… συγκινήθηκε.
Ο τίτλος είναι από ένα μήνυμα που στάλθηκε από τον Σταύρο Νταρίδη μετά την αναγγελία του θανάτου του και λέει «τώρα που φεύγεις έχει λιομάζωμα, παππού, και θέλει χέρια!».
«Πολλές φορές είναι γλυκύτερο να προσδοκάς τον έρωτα, παρά να τον ζεις. Κοίτα με πόση ομορφιά μάς πλούτισε η γνωριμία μας. Σου “δωσα το γάλα της ψυχής μου, μου “δωσες τον πόνο σου, αγάπη. Ένα πάρε-δώσε σε πεδία όπου οι άγνωστες επικοινωνίες ήταν κομμένες και μας ένωσαν τα αιώνια και άγνωστα. Εκείνοι οι γαλαξίες συναισθημάτων που κάθε φορά είναι παρθένα». Από «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», σελίδα 209.

Nikolas Eleftheriou μπορώ να καταλάβω ακριβώς τι εννοεί… μου αρέσει πολύ που το βλέπω γραμμένο…
Οι πολιτισμένοι άνθρωποι περπατάνε για άσκηση πια, όχι από ανάγκη εκεί που συζεί, που δένεται το κορμί με την πλάση. Αντί να σκύψεις να μυρίσεις ένα λουλούδι ή να σκαλίσεις τη γη, κάνεις επικύψεις σαν μαλάκας μέσα σ” ένα κουτί από μπετόν ή… τρέχεις πάνω σ” ένα σταματημένο ποδήλατο. Από «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», σελ. 7.
Babis Chalkidis Χρόνη είσαι απίστευτα πιστευτός!
Haritini Kyriakidou «Το κλειδί είναι κάτω απ” το γεράνι» το διάβασα στα 20 και θεωρώ ότι έχεις, Χρόνη, πνεύμα ελεύθερο κι αισιόδοξο που κανείς 20άρης δεν έχει…
Όμορφο, απλά όμορφο.

«Διαμέρισμα θέλαμε, βλέπεις: σαρκοφάγος – πού να σεργιανίσει ο νους;»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 190.
«Και την ιστορία την πουτάνα έτσι τη γράφουνε, και οι αστοί και οι κομμουνιστές: οριζόντια, ισόπεδη. Μιλάνε για λαούς, μιλάνε για μάζες, κανένας απ‘ αυτούς δεν μπόρεσε ποτέ να νιώσει την ένταση, το πάθος, την κορύφωση και την πτώση κόσμων ολόκληρων σε ένα μονάχα 24ωρο από τη ζωή του επαναστάτη. Ξέρουν γράμματα, διαβάζουν, γράφουν και δεν κατάλαβαν ποτέ πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένας κόσμος ολόκληρος, είναι μια ολόκληρη ιστορία… Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο… τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή, τι θα πει η φράση ‘εκατό χιλιάδες νεκροί’ ή ‘βασανίζεται ένας άνθρωπος σε κάποια ασφάλεια’.»
Από το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς…»
Ελένη Σταυρακάκη Πόσο ανακουφίζομαι που υπάρχεις, σ’ ευχαριστώ…!!!
Κι εγώ, κρεμασμένος στην ανάγκη μιας άλλης λέξης που περιμένω -αφού τα χέρια μου τέλειωσαν- θα κρατιέμαι με τα δόντια για να μην πέσω στα ανοιχτά σαγόνια… μιας απελπιστικά οργανωμένης ομοιότητας…
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 195.
«Θα “θελα ο έρωτάς μας να πεθάνει από γηρατειά, όχι από ατύχημα πρωινού, ζήλειας, συζυγικής στέγης, μοιχείας… Τότε θα “ταν ο θάνατος ενός ολόκληρου κόσμου, αφού πρόωρα θα μας στερούσε από λέξεις χαϊδευτικές, από χειρονομίες βαθιές στην άγνωστη γλύκα του κορμιού μας, από καμπύλες, από κοίλα, από τόξα, από πτυχώσεις βαθιές, γεμάτες οσμές περιπέτειας και αγνώστου, από εναγώνιες εκκλήσεις, επικλήσεις, επιστολές, από τρυφερές αναμονές και αιώνιες φωτογραφίες σε τρυφερές στάσεις… Μα είπαμε, ο έρωτας που μένει μέσα μας είναι ταξιδευτής. Δεν εξαντλεί το τοπίο…»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 160.
«Κανένας κριτικός τέχνης δεν κατάλαβε πως ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, μ” αυτό το χαμόγελο της δυσκοίλιας νοικοκυράς, ήθελε να καταγγείλει την υποταγή της γυναίκας στους φαλλοκράτες, σ” αυτή την πουτάνα την πατριαρχία, που όχι μονάχα έκανε τον έρωτα τεκνοποίηση, αλλά αποστέρησε από την εξέλιξη της ανθρωπότητας τη συμβολή του πιο άγιου πλάσματος της φύσης, του θηλυκού: μήτρα ζωής, τρυφερότητας κι αγάπης, παιδεία ζωής. Ξεχάσανε πως οι άντρες είναι τα παιδιά των γυναικών…»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 141, 142.
«Το κακό είναι ότι το προϊόν ‘άνθρωπος’ γίνεται ολοένα και μη ανακυκλώσιμο στη φύση. Συνεπώς, όσο το νόημα της ζωής μας θα αρχίζει και θα εξαντλείται στον άνθρωπο, ο συναισθηματικός του κόσμος θα μετατρέπεται σε προϊόν…»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 127.
Andreas Evlavis Δυστυχώς πέρα από το ότι γίνεται μη ανακυκλώσιμος με την προκλητική του συμπεριφορά απέναντι στη ΦΥΣΗ, ευθύνεται για όλα όσα φοβερά βιώνουμε καθημερινά !!! μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια ο άνθρωπος κατάφερε να ανατρέψει την ισορροπία εκατομμυρίων χρόνων…
«Ποιος θα μας προστατέψει από την ενοχή, τον πόνο, τη ζήλεια, από τη μοναξιά;
Κανείς. Απλώς να καταλάβουμε ότι αυτά τα συναισθήματα είναι η ζωή, όταν σαν αντίτιμο έχουν τη χαρά, τη δημιουργία, την απόλαυση, την αποπλάνηση… Αλλιώς, ποια δυνατότητα διάκρισης θα είχαμε; Η ισότητα των συναισθημάτων είναι ο θάνατός τους.»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 126.
«Ζωή χωρίς αμαρτία είναι ζωή… εν τάφω. Γιατί η αμαρτία είναι ο μπούσουλας, η μουσούδα της ζωής που ψάχνει να βρει την έκπληξη, την περιπέτεια της χαράς και της αγάπης, κι ύστερα, σαν δεν υπάρξει η αμαρτία, πώς θα υπάρξει η γλυκιά συγχώρεση;
Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι να μην κάνεις αμαρτία στη ζωή σου, να μην κοσμήσεις την πλάση με τις κρυφές επιθυμίες και τα μεράκια σου. Δεν υπάρχει αμαρτία, μόνο ύβρις υπάρχει, κι απ” αυτήν είναι αβάσταχτα φορτωμένη η κάθε μέρα του ανθρώπου».
Από το «Κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», σελ. 49.
«Όταν ήμασταν ακόμα στα κελιά των μελλοθανάτων, στο Γεντί Κουλέ, εγώ με το Βαριά μέναμε στο τέταρτο κελί… Κάθε βράδυ εκείνο το ‘γεια σας, αδέρφια’ σου “σφιγγε την καρδιά στη μέγγενη και το πρωί στη θέση του συντρόφου σου έβλεπες ένα μπογαλάκι ρούχα. Τόσο έρημα, τόσο μόνα… Δεν υπάρχει πιο πικρή, πιο αδυσώπητη μοναξιά απ” αυτόν το μικρό σωρό ρούχων και αντικειμένων του εκτελεσμένου μπροστά στην πόρτα της φυλακής… Αυτήν την εικόνα θα την κουβαλάω για πολλά χρόνια στους εφιάλτες μου…»
Από το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».
«Τι πανηγύρι ζωής ανθίζει κάθε μέρα στο μονοπάτι σου, ήλιε μου, και πόσο εύκολα, ασυλλόγιστα και επικίνδυνα για την υπόλοιπη ζωή μας σπαταλάμε τη μέρα μας!»
Από «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι», σελ. 269.
Dominiki Peftitseli Χαμογέλα ρε… τι σου ζητάνε??? …ποοολύ μου άρεσε!
Δε μπορούσα να το σταματήσω, γιατί ήταν σα να μην υπήρχε τελεία πουθενά!!!
«Κι αυτό βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με τους πολιτικούς και τις εξουσίες που ισχυρίζονται πως είναι κομμουνιστές. Είναι προσωπική μου υπόθεση, καταλάβατε; Για μένα, κομμουνισμός είναι η ευτοπία, η ηπιότητα, το χαμόγελο, ο έρωτας, η χαρά, η αρμονία, η απελευθέρωση του πάθους και των αισθήσεων. Ναι, προσπαθώ να γίνω κομμουνιστής. Δε ζητώ καμιά περιουσία, παρά μόνο αυτήν της ύπαρξής μου, να βιώσω. Δεν έχω άλλη λέξη, δυστυχώς. Βλέπετε, οι λέξεις ζούνε περισσότερο από τις ιδεολογίες. Μένουν πίσω, όπως εραστές που δεν έφτασαν ποτέ σε οργασμό. Το ξέρω πως είναι δύσκολο, ώστε για το μόνο που φοβάμαι το θάνατο, είναι μη και δεν προλάβω να φτάσω τη στιγμή που θα νιώσω μέσα στον κόσμο γυμνός, λεύτερος και καλός, έτσι όπως με συνέλαβε στη σπαραγμένη από τον έρωτα μήτρα της η μάνα μου, πριν ακόμα με φορτώσει με τις δουλείες της κοινωνικής της ύπαρξης...»
Από τα «Κεραμίδια στάζουν», σελ. 21-22.

AndreasPan. ΔΑΣΚΑΛΟΣ!! μέσα στο καλοκαίρι κατάφερα και διάβασα 2 βιβλία του και τώρα ξεκινώ το τρίτο!! Μακάρι να μας τον μάθαιναν από το δημοτικό!
StellinaDedi Καλοκαίρι, μεσημέρι, ο ήχος από το τραγούδι των τζιτζικιών και εγώ κάτω από ένα πεύκο να διαβάζω «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι»! εκείνο το μεσημέρι ήταν ένα από τα πιο όμορφα των καλοκαιριών της ζωής μου!
«Δεν λυπάμαι που πεθαίνω. Για το μόνο πράγμα που λυπάμαι είναι ότι πεθαίνω μετά το θάνατο του ονείρου» γράφει ο Χρόνης Μίσσιος λίγο πριν από το τέλος του «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς».

«Υπάρχουν οπαδοί, υπάρχουν υποτελείς, αλλά δεν υπάρχουν πολίτες» Xρόνης Μίσσιος.
Βίκυ Σπηλιοπούλου αρχίζω να πιστεύω ότι έχεις δίκιο και φοβάμαι…
SteliosAnagnostopoulos Μεγάλωσα με τον Μίσσιο. Τον διάβασα, τον (πιστεύω) κατανόησα. Είδα αυτό που λέμε Άνθρωπο. Αυτό που επιδιώκουμε να γίνουμε κάθε μέρα ανεπιτυχώς. Θυμάμαι μια φορά στον στρατό, εκτελούσα χρέη θαλαμοφύλακα και ξαναδιάβαζα το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς». Έρχεται ένας καραβανάς, το βλέπει (για να είμαι πιο ακριβής είδε την φωτογραφία του Μίσσιου στο οπισθόφυλλο) και άρχισε τα εμφυλιακά του σχολιάκια… Όπως και να “χει με γαλούχησε πολιτικά. Να είναι πάντα καλά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΟΥΠΑΣ Το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» μάς ξυπνά συγκινήσεις, σ” εμένα τουλάχιστον… πρέπει να το διάβασα πάνω από τριάντα φορές!
Tzermias Konstantinos ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΤΟ «ΚΑΛΑ…ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ» ΕΜΑΘΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΛΕΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΩΣ» ΤΑ ΛΕΣ. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΑ 25 ΜΟΥ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ. ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ.
Sarantis DontisΚύριε Χρόνη, διάβασα το «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» πριν από 26-27 χρόνια, δεν θυμάμαι ακριβώς, όταν το είδα στο σπίτι ενός φίλου του πατέρα μου. Το αγόρασα για να το έχω και εγώ στη βιβλιοθήκη μου και αργότερα διάβασα και άλλα βιβλία σας. Είναι όλα συγκλονιστικά. Όμως το πρώτο σας βιβλίο θα μείνει χαραγμένο για πάντα…
Κλημης Αγαπογλου Κύριε Χρόνη χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία, έστω και με αυτό τον τρόπο, να επικοινωνήσω μαζί σας. Τα βιβλία σας το ένα μετά το άλλο αποτέλεσαν, για την κοιμισμένη μου συνείδηση, ένα δυνατό ξυπνητήρι που σε βάζει μπροστά στον πρωινό ήλιο με τα χρώματα και αρώματα του και εκεί μένεις πάντα έκθαμβος. Σας ευχαριστώ για ό,τι κάνατε για μένα, σας θαυμάζω απεριόριστα.
Andreas Kammenos Δε συμφωνώ πολιτικά μαζί σου, τα βιβλία σου όμως στάθηκαν πολλές φορές φάροι στο δρόμο που πορεύτηκα. Σ” ευχαριστώ!

«Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως το αφήσαμε για αύριο… Για να πάμε πού; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ” τη ζωή μας, χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει. Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια …»


Χρόνης Μίσσιος, «Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;»